ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ο Πολύκαρπος . Ζούσε με τη συμβία του, την Πολύτω του Λιλίκα , καταμεσής στον Έπαχτο, σ’ ένα στενάκι που ένωνε τους δυο κεντρικούς δρόμους !

Βαρύς, ανάποδος άνθρωπος, δύσθυμος και νευρικός.Πέταγε το τσαγκαροσούβλι και τη φαλτσέτα για να βγει να βλαστημήσει τα παιδιά και όλο τους το σόι μαζί, που παίζαν στο σοκάκι και τον εκνευρίζαν.
Περνούσε η Καραντάνα του Πεντελέου–Αναστασόπουλου {φορτηγό αυτοκίνητο, το μόνο στην πόλη }. Η βαριά σιδερένια καρότσα , καθώς το αμάξι πατούσε στις γούρνες του χωματόδρομου, έκανε θόρυβο! Πάλι έξω ο Πολύκαρπος , ντουχνισμένος, να του << ευχηθεί>> <<Μπίλιες–μπίλιες >>! Τον ενοχλούσε και τούτο .
Παιδιά δεν είχαν. Ο ένας έριχνε τα βάρητα στον άλλον.
Γκρίνια, φαγούρα καθημερινά , για ψύλλου πήδημα , γιατί και η Πολύτω, κουβέντα δεν άφηνε να πέσει κάτω, χύνοντας έτσι λάδι στη φωτιά !
Ως που μια μέρα, ο Πολύκαρπος, πήρε το πασαπόρτι για το αγύριστο ταξίδι στη λεωφόρο των ουρανών !
Συμφόρηση είπε ο γιατρός. Της Πολύτως της κόπηκαν τα ήπατα. Α, όλα κι όλα, δεν επιθυμούσε να δει κόκκαλο το στεφάνι της και να το χάσει !
Μαζεύτηκαν οι γειτόνισσες. Ως είθισται, τον πλύναν με κρασί, τον ντύσαν το καλό του , γαμπριάτικο, κοστούμι.Για να τον << γλυκάνουν>> του κοτσάραν κι ένα γαριφαλάκι στο πέτο.
Στρώσαν το φέρετρο με κλωναράκια ελιάς και δενδριλίβανου. Ράψαν μοβ, λαμέ φραμπαλά γύρω -γύρω και ίδιο μαξιλάρι. Τον στόλισαν με λέλουδα.
Καμμιά διαμαρτυρία ο μακαρίτης. Δεν τον ενοχλούσε κανένας πια , ούτε που έδινε δεκάρα για τίποτα !
Η Πολύτω πήρε θέση δίπλα του, απαρηγόρητη. να τον κλάψει, να τον ξενυχτήσει, όπως άρμοζε σε αφοσιωμένη μέχρι αυτοθυσίας σύζυγο και τώρα χήρα !
Άρχισε το μοιρολόγι, κρυφοκοιτάζοντας γύρω της.Χτυπούσε τα μπούτια της λέγοντας
<<Πουλίκαρπη μ’,γαϊτανουφρύδη μ’, τι να τα κάμου τούτα να, ιγώ τώρα >>;
Στην εκκλησία, άλλη παράσταση. Με το <<Άμωμος έν οδώ >>
<< Άντρα μ’ κι κουβαλητή μ’, σου ‘λιγα να μ’ φέρς ένα κρυμμίδ’ κι μου ‘φιρνεις δύου >>.
Οι παραέξω, κουνούσαν με συγκατάβαση το κεφαλί, συμφωνώντας για το πόσο καλονοικοκύρης ήταν ο μακαρίτης. <<Δεν το ξέρεις , οι καλοί φεύγουν >>!
Οι γνώστες, σκουντούσαν ο ένας τον άλλον και κρυφογελούσαν σχολιάζοντας!
Στο << Μακαρία η οδός >>, άλλος θρήνος…Κι όταν τον κατεβάσαν στο μνήμα, γράφοντας η Πολύτω το φινάλε του επεισοδιακού του βίου,φώναξε.
<<Γρίνιαξει κι τώρα άμα μπουρείς >>.
Οπερέτα κατάντησε το ξόδι του Πολύκαρπου !
Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν είναι πιο υπερβολικό από την ίδια τη ζωή !
Θεός σχωρέσ’ τους και τους δυο…..

πηγή: Μάρθα Ασημακοπούλου

Share on Facebook0Tweet about this on TwitterShare on Google+0Email this to someone
 
 

1 Σχόλιο

Αφήστε το σχόλιό σας

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί.