Ο ηλικιωμένος έμπορος υαλικών της οδού Πατρέως, ο κύριος Φλερούτης, όπως ακούς να τον προσφωνεί η νεαρά υπάλληλος του καταστήματός του, η Ρενάτα, όπως ακούς να την ονοματίζει αυτός στο πεισματικό όχι του, μιας και προθυμοποιείται να τις φτάσει εκείνη, αντί γι’ αυτόν, τις δυο χριστουγεννιάτικες κούπες που είναι ψηλά πίσω απ’ τη βιτρίνα και όσο ο ίδιος κι αν τεντώνει το βραχύ του μπόι, το οποίο δείχνει ακόμα βραχύτερο μες στο μονόχρωμο γκρι κοστούμι του, πάλι δε φτάνει, σε συγχαίρει για την επιλογή σου να αγοράσεις, για δωράκι όπως του είπες, τις συγκεκριμένες πανέμορφες εορταστικές κούπες που τις διαθέτει επιπλέον σε πολύ καλή τιμή, αν και είναι καμωμένες από σπάνια πορσελάνη, και την ώρα που το λέει αυτό το τελευταίο τις πιάνει οριστικά αυτές τις δυο που εικονίζουν, ζωντανούς, από έναν ξανθό σγουρομάλλικο άγγελο, γυμνούς μα δίχως φύλο, και τις φέρνει κοντά τη μια στην άλλη και τις αφήνει να τσουγκρίσουν τα σώματά τους κι εκείνες συνεννοημένες και δασκαλεμένες θαρρείς εφάπτονται στιγμιαία, εκεί ακριβώς που σμίγουν οι στρογγυλές κοιλίτσες των αγγέλων και, σαν να ηλεκτρίζονται, αποκολλούνται αμέσως βγάζοντας μια συντονισμένη κραυγούλα, γκλιν γκλιν, αυτή ακριβώς που περιμένει το αφεντικό τους για να πανηγυρίσει και να τις ελευθερώσει για χάρη σου, αυτή ακριβώς που σου τρυπάει τα αυτιά και σου μουδιάζει το μυαλό και σε φέρνει να σκαρφαλώνεις, εφτάχρονη, στη φουσκωτή καρέκλα της τετράγωνης σάλας και να ξεκρεμάς απ’ το ψεύτικο παραστολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο τα δυο πορσελάνινα αγγελάκια, γυμνά αλλά χωρίς φύλο, και αλλάζοντας στα γρήγορα τη διάταξη των γειτονικών στολιδιών, ώστε να κρύψεις την αφαίρεση χωρίς όμως να κάνεις και πρόσθεση, να κατεβαίνεις, και τυλίγοντας βιαστικά το θησαυρό σε τρυφερό υπόλευκο χαρτί, να τον τοποθετείς, δυο όμοια αμήχανα αγγελάκια, γυμνά μα δίχως φύλο, σε μια χαρτονένια θήκη παπουτσιών, κείνο το άσπρο κουτί απ’ τα βυσσινί λουστρίνια που σου ‘φερε λίγες μέρες πριν δώρο η νονά σου για τα Χριστούγεννα, και να τρέχεις με λαχτάρα μες στο ανήσυχο σούρουπο προς τη μεριά με τους ευκάλυπτους όπου βρίσκεστε μόνοι, όταν σας αφήνουν οι άλλοι, ποτέ δεν αφήνουν οι άλλοι, σαν γυμνοί μα δίχως φύλο, ανάλαφροι και γελαστοί, άγγελοι κι εσείς, και σκαρώνετε μύθους κι ιστορίες και θαύματα τέτοια που δεν τα χωράει ο νους, και τότε να αποκαλύπτεις στα έκπληκτα μάτια σας τα ολόλευκα αντικριστά σώματα καθώς κοιτιούνται ξαπλωτά και καταλαγιασμένα και σαν συνεννοημένα και δασκαλεμένα θαρρείς τα χέρια σας να χαϊδεύουν κυκλικά τις αναγεννησιακές κοιλίτσες των κρύων ειδώλων, μετά να εφάπτονται στιγμιαία, κι ένα μαγικό γκλιν γκλιν να ταράζει την αύρα της θάλασσας μπροστά σας, και συντονισμένο ευθύς να φυσάει το αμίμητο γέλιο σας και νιώθετε μικρούς κυματισμούς να σαλεύουν παντού κι ύστερα, σαν πέφτει σιγά σιγά το σκοτάδι, απομένουν λαμπερά μονάχα τα χριστουγεννιάτικα πλουμιστά φωτάκια του Σαντιρβάνου, έτσι λένε το μεγαλομανή δήμαρχο των σιντριβανιών, όνομα και πράμα, ο δημοτικός φαντασμαγορικός διάκοσμος της παραλίας, να χασκογελάνε μαζί σας.

—Έχεις δίκιο. Οι άγγελοί μας έχουν ίδια, ολόιδια, την κοιλίτσα της Ευδοξίας.

—Και της Αφροδίτης, της αναδυομένης, του Μποτιτσέλι. La nascita di Venere.

Ευδοξία ήταν η γυναίκα του καφετζή, του Σταύρου του Τσάκαλου. Το καφενείο βρισκόταν στο απομακρυσμένο πλάτωμα, λίγο πιο πάνω απ’ τους ευκάλυπτους. Εκεί πήγαμε προχθές να μετρήσουμε τα λεφτά μας απ’ τα κάλαντα, του Χριστού τη θεία γέννηση, και να πιούμε πορτοκαλάδα σαν τους μεγάλους που πίνουν καφέ και τσίπουρα. Αλλά, βλέπεις, για ώρα πολλή κανείς δεν εμφανιζόταν παρ’ όλο που ξεροβήξαμε δυο τρεις φορές και χτυπήσαμε άλλες τόσες δυνατά με τα άφθαρτα παπούτσια μας στο ξύλινο αλουστράριστο πάτωμα, εσύ κάτι μαύρα ολοκαίνουργα μποτάκια με φερμουάρ στο πλάι κι εγώ τα βυσσινί λουστρίνια μου, κάνοντας πάταγο και φασαρία. Οπότε προχωρήσαμε διστακτικά πίσω απ’ τον ψηλό πάγκο του μαγαζιού και μισανοίξαμε την πόρτα της κουζίνας και την είδαμε, γυναικείο σώμα με κυματιστές καμπύλες, πνιγμένο στο φως, να στέκεται πατώντας σε μια σκάφη σαν το τεράστιο κοχύλι του πίνακα. Mε αισθησιακές κινήσεις να λούζεται η Ευδοξία, όρθια, ρίχνοντας με μια ανοξείδωτη κανάτα νερό στο πορσελάνινο κορμί και να αναδύεται ολόσωμη στη ζωή, σαν τη μούσα του ζωγράφου, γυμνή και με φύλο. Κι εκεί που το μάτι της μας έπιασε να κρυφοκοιτάμε, να αφαιρούμε μόνο χωρίς να προσθέτουμε, εκείνη δεν έβγαλε καμιά κραυγούλα, ως δήθεν συναίνεση στο θεσμοποιημένο ήθος, στην πολιτική της ντροπής, στον τελετουργικό φόβο. Άγγιξε μόνο με την παλάμη της, την γλιστερή κι ανυπόμονη, την παχουλή κοιλιά της και την κράτησε γλυκά στο σχήμα της και μας φάνηκε ότι όλα άχνιζαν γύρω της. Έφτασε η θέρμη μέχρις εμάς και φύγαμε πετώντας μακριά, αγγελάκια, γυμνά μα δίχως φύλο. Κλειστήκαμε, ωστόσο, σε μια θήκη παπουτσιών κι από τότε κάθε Χριστούγεννα, Χριστού τη θεία γέννηση, κι ας μην μας αφήνουν οι άλλοι, ποτέ δεν θα αφήνουν οι άλλοι, σμίγουμε τις εύπλαστες στρογγυλές κοιλίτσες μας και, σαν να ηλεκτριζόμαστε, αποκολλούμαστε αμέσως βγάζοντας μια συντονισμένη κραυγούλα, γκλιν γκλιν.


[Αυτά τα Χριστούγεννα, το ηλεκτρονικό Φρέαρ σας προσκαλεί να στείλετε τις δικές σας χριστουγεννιάτικες ιστορίες, οι οποίες, εφόσον ταιριάζουν με τα αισθητικά κριτήρια του περιοδικού, θα αναρτώνται στην ιστοσελίδα μας από τις 15 Δεκεμβρίου 2016 έως τις 6 Ιανουαρίου 2017.]

αναδημοσίευση από frear.gr

 

*H Zωή Κωταντούλα γεννήθηκε το 1966 στη Ναύπακτο, όπου μεγάλωσε και ολοκλήρωσε τις βασικές της σπουδές. Είναι διπλωματούχος Χημικός Μηχανικός του Πανεπιστημίου Πατρών. Ζει στην Αθήνα ασκώντας το επάγγελμα του μηχανικού. Είναι παντρεμένη και μητέρα τριών παιδιών.

Από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης κυκλοφόρησε πρόσφατα το πρώτο της βιβλίο διηγημάτων με τίτλο «Πλατεία Τζαβελλαίων 2».

 

 

 

 

Share on Facebook0Tweet about this on TwitterShare on Google+0Email this to someone
 
 

Αφήστε το σχόλιό σας

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί.